Ευρετήριο Άρθρου

5.3.1. Η ανακάλυψη των ΓΤΜ

Οι πρώτοι γενετικώς τροποποιημένοι οργανισμοί (ΓΤΟ) με εφαρμογή για τους σκοπούς της υγειονομικής περίθαλψης και της βιομηχανίας είναι τροποποιημένα στελέχη Escherichia coli και Saccharomyces cerevisiae, που παράγουν την ινσουλίνη. Στη συνέχεια εφαρμόστηκαν πολυάριθμοι ανασυνδυασμένοι μικροοργανισμοί. Όλοι χρησιμοποιούνται σε βιομηχανικούς βιοαντιδραστήρες, υπό αυστηρά καθορισμένες συνθήκες και τέτοιες διαδικασίες συνήθως δεν απαιτούν την δεξαξωγή δοκιμών για την ανίχνευση των ΓΤΟ [10,12].

Η ανάγκη για τέτοιες ειδικές δοκιμές εμφανίστηκε με την εισαγωγή στα μέσα της δεκαετίας του ενενήντα του περασμένου αιώνα γενετικώς τροποποιημένων (ΓΤ) ζώων και φυτών στο περιβάλλον.

Κυρίως ΓΤ σιτηρά προκάλεσαν την έναρξη σημαντικών συζητήσεων, ιδιαίτερα στη Δυτική Ευρώπη, για την αξιολόγηση της ασφάλειας των τροφίμων και για ενδεχόμενη τροποποίηση του περιβάλλοντος. Για να ησυχία των καταναλωτών, εμφανίστηκαν ρόφιμα που επισημαίνονται ως προϊόντα χωρίς ΓΤΟ. Ωστόσο, δεν είναι μόνο η πρώτη ύλη που μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την Παρασκευή τροφίμων, αλλά επίσης και ένα πλήθος από συστατικά φυτικής προέλευσης που μπορεί να υπάρχουν σε πολύ μικρές ποσότητες στο τελικό προϊόν. Αυτή είναι για παράδειγμα η περίπτωση της λεκιθίνης που εξάγεται από σόγια. Η λεκιθίνη χρησιμοποιείται ως πρόσθετο σε πολλές μονάδες βιομηχανικής παραγωγής σοκολάτας ή προϊόντων αρωματισμένων με σοκολάτας. Αυτό που πρέπει να αναλυθεί δεν είναι στην πραγματικότητα η καθαρισμένη λεκιθίνη (η οποία είναι πανομοιότυπη με τη μη τροποποιημένη λεκιθίνη από φυτά σόγιας), αλλά μόνο μερικές τροποποιημένες αλληλουχίες DNA ή οι κωδικοποιημένες από αυτές ανασυνδυασμένες πρωτεΐνες. Οι τελευταίες μπορούν να υπάρχουν μόνο ως ίχνη. Αυτό απαιτεί τη χρήση πολύ ευαίσθητων μεθόδων για την ανίχνευσή τους.

Intranet