2.2 Εφαρμογή σε πολιτικό και νομικό επίπεδο
Αυτός ο τομέας εφαρμογής περιλαμβάνει τον ορισμό των συλλογικών, δεσμευτικών νομικών κανονισμών και στόχων για πολιτικές δράσεις (δεσμευμένων με την ποιότητα των περιβαλλοντικών μέτρων). Κάθε ορισμός αυτού του τύπου προϋποθέτει επαρκώς ανεπτυγμένη συνείδηση για το περιβάλλον και την οικολογία, καθώς και εμπειρία στη λήψη άλλων πολιτικών αποφάσεων. Όλοι οι σχετικοί περιβαλλοντικοί στόχοι και προγράμματα αποφασίζονται, διαπραγματεύεται και τίθενται σε ισχύ μέσω των δράσεων των πολιτικών φορέων, όπως οι κυβερνήσεις, τα κοινοβούλια και οι δημόσιες διοικήσεις. Το πιο σημαντικό εργαλείο στη διαδικασία αυτή είναι οι υπάρχοντες περιβαλλοντικοί νόμοι. Οι περιβαλλοντικοί νόμοι συνδυάζουν τις ηθικές αρχές και τα αποτελέσματα των πολιτικών αποφάσεων υπό τη μορφή νόμων και άλλων οδηγιών και διαταγμάτων που είναι υποχρεωτικού χαρακτήρα για όλους τους πολίτες ένος κράτους. Το πεδίο εφαρμογής των νομικών οδηγιών είναι συνήθως διευρυμένο - εδώ περιλαμβάνονται όχι μόνο αυστηρά δεσμευτικοί νόμοι, αλλά και κατευθυντήριες γραμμές, ποσοστώσεις και πρότυπα. Στο πλαίσιο της νομικής ρύθμισης οι σύμβουλοι στον τομέα του περιβάλλοντος μπορούν να βοηθήσουν στη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη σοβαρότητα και τίς αιτίες των διαφόρων ατομικών και συλλογικών αξιώσεων και δικαιωμάτων χρήσης των πόρων της φύσης και των στοιχείων, όπως το νερό, το έδαφος ή ο αέρας. Σε ποιο βαθμό οι βιομηχανικές επιχειρήσεις έχουν το δικαίωμα να χρησιμοποιούν ελεύθερα το νερό ή το έδαφος, χωρίς να το μολύνουν; Κατά πόσον οι φιλελεύθερες κοινωνίες μπορούν να περιορίζουν τα ατομικά δικαιώματα σε βάρος των δικαιωμάτων της κοινότητας; Κάτω από ποιες συνθήκες μπορούν να συνυπάρχουν σε αρμονία τα επιχειρήματα για την προστασία των θέσεων εργασίας και εκείνα για την προστασία ενός πλήρους και υγιούς περιβάλλοντος; Σε πιο γενικές γραμμές πώς μπορούμε να εναρμονίσουμε μια συνεπή περιβαλλοντική πολιτική με τα νόμιμα οικονομικά συμφέροντα; Πώς είναι δυνατόν να επιτευχθούν οι μακροπρόθεσμοι οικολογικοί της πολιτικής βιωσιμότητας του περιβάλλοντος (που σχετίζονται με την κατανάλωση ορυκτών καυσίμων και άλλων φυσικών πόρων) και τα βραχυπρόθεσμα συμφερόντα για τη διατήρηση και την αύξηση των κερδών των φυσικών και νομικών προσώπων.
Η περιβαλλοντική ηθική μπορεί να συμβάλει στην οικοδόμηση πιο αποτελεσματικών περιβαλλοντικών πολιτικών και στην αύξηση της ευαισθητοποίησης και της συνείδησης του κοινού. Οι ειδικοί, ωστόσο, πρέπει να βγούν έξω από τους πιο κλειστούς ακαδημαϊκούς κύκλους και να παρέμβουν στη δημόσια συζήτηση για τον καθορισμό των στόχων της καταπολέμησης της κλιματικής αλλαγής, τη διάσωση των τροπικών δασών ή ιχθυαποθεμάτων στους ωκεανούς ή για το θέμα της «περιβαλλοντικής δικαιοσύνης» (η θέση σε μειονεκτική θέση ή η διάκριση των περιθωριοποιημένων ομάδων στην κοινότητα ή των ανθρώπων στις αναπτυσσόμενες χώρες). Οι εμπειρογνώμονες στον τομέα της περιβαλλον-τικής ηθικής θα πρέπει να είναι σε θέση να καθορίζουν τους περιβαλλοντικούς στόχους, τα πρότυπα ποιότητας και τους περιορισμούς του επιχειρήματος, επειδή σε αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει επίδραση στην ποιότητα των πολιτικών και των νομοθετικών αποφάσεων στον τομέα της οικολογίας. Ο κατάλληλος ορισμός της σχέσης μεταξύ των ανθρώπων και της κοινωνίας, από τη μία πλευρά, και της φύσης, από την άλλη, αποτελεί σημαντική προϋπόθεση για τη ρύθμιση της συμπεριφοράς απέναντι στη φύση, επειδή η περιβαλλοντική ηθική δίνει επιχειρήματα για τη νομιμοποίηση της συμπεριφοράς μας ως αποδεκτή.


