1. Εισαγωγή

Τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των ανθρώπινων λοιμώξεων που προκαλούνται σε ευκαιριακά παθογόνα έχει αυξηθεί δραματικά. Κάθε χρόνο, ένας στους έξι ανθρώπους αρρωσταίνει μετά από την κατανάλωση μολυσμένων τροφίμων. Η αυξανόμενη συνειδητοποίηση ότι μολυσμένα φυτά, όπως τα φρέσκα φρούτα και λαχανικά, είναι υπεύθυνα για ένα σημαντικό μέρος της τροφικής δηλητηρίασης με παθογόνους μικροοργανισμούς επιβεβαιώνει την ανάγκη για εκ νέου κατανόηση της αλληλεπίδρασης μεταξύ των φυτών και των ανθρώπινων παθογόνων, ορίζει τις ειδικές παρεμβάσεις που απαιτούνται για τη μείωση των ασθενειών και μετράει την πρόοοδο των υγεινομικών στόχων που τέθηκαν μπροστά στην κοινωνία, που απορρέουν από τις πολιτικές και τις παρεμβάσεις για την ασφάλεια των τροφίμων.

Η ριζόσφαιρα είναι μια φυσική δεξαμενή ευκαιριακών παθογόνων. Και ενώ πολλοί εκπρόσωποι του ριζοσφαιρικού μικροβιώματος είναι χρήσιμοι για την ανάπτυξη των φυτών, η ομάδα των φυτικών παθογόνων μικροοργανισμών αποικίζει την ριζόσφαιρα με την επιθυμία να σπάσει την προστατευτική μικροβιακή ασπίδα και να ξεπεράσει τους έμφυτους μηχανισμούς υπεράσπισης του φυτού με σκοπό να προκαλέσει ασθένεια. Η τρίτη ομάδα των μικροοργανισμών που μπορεί να βρεθεί στην ριζόσφαιρα είναι ανθρώπινα υποχρεωτικά ή ευκαιριακά παθογόνα βακτήρια.

Οι ανθρώπινοι παθογόνοι μικροοργανσιμοί έχουν μελετηθεί κυρίως λόγω των επιβλαβών επιπτώσεών τους στην ανθρώπινη υγεία. Διαθέτουν ένα πολύμορφο σύνολο γενετικών παραγόντων που είναι απαραίτητο για την εκδήλωση της παθογένειας, και συμπεριλαμβάνει εξειδικευμένα συστήματα για τη σύνθεση και την έκκριση τοξινών και προσκολλητικών ινιδίων που συμμετέχουν στο σύστημα χειραγώγησης ή παράκαμψης του ανθρώπινου ανοσοποιητικού συσήματος. Εμείς συχνά συνδέουμε την προέλευση των ανθρώπινων παθο-γόνων βακτηρίων με τα παθογόνα ζώων που προκαλούν ασθένειες και επιδημίες, αλλά η συνεχής αλληλεπίδραση του ανθρώπου ως μεταφορέα με το περιβάλλον προδιαθέτει αυτά τα παθογόνα να προσαρμοστούν στις εναλλακτικές εσοχές που περιλαμβάνουν και μη ζωικές πηγές.

Δεν αποτελεί έκπληξη, ότι αρχίσαμε να διαπιστώνουμε ότι μερικά ζωικά παθογόνα που προκαλούν σοβαρές ασθένειες στον άνθρωπο έχουν επίσης παθογόνο δυναμικό και για τα φυτά. Η επιδημιολογία και οι στρατηγικές για την πρόκληση νόσων από αυτά τα παθογόνα, ανεξάρτητα αν θεωρούνται αρχικά ως φυτικά ή ανθρώπινα, είναι ιδιαίτερου ενδιαφέροντος τόσο για τη βιολογία, όσο και για την εξέλιξη της διασταυρούμενης παθογένεσης μεταξύ των διαφορετικών βασιλείων.

Η συχνότητα εμφάνισης των ασθενειών που σχετίζονται με μολύνσεις που προκαλούνται από Escherichia coli, Salmonella enterica και Listeria monocytogenes μετά την κατανάλωση (νωπών) λαχανικών και φρούτων και φύτρα από σπόρους, δείχνει σαφώς ότι αυτά τα παθογόνα δεν μεταδίδονται μόνο μεσω των «κλασικών» οδών - όπως η κατανάλωση κρέατος, αυγών και γαλακτοκομικών προϊόντων, αλλά επίσης μπορούν να μεταδοθούν στον άνθρωπο μέσω των φυτών ή των προϊόντων που προέρχονται από αυτά. Σήμερα είναι πολύ ανησυχητικό το γεγονός ότι αυτά τα ανθρώπινα παθογόνα προσαρμόζονται στους νέους οικοτόπους στο περιβάλλον χωρίς να χάνουν την μολυσματικότητά του ως προς τον άνθρωπο. Η μόλυνση των νωπών προϊόντων με παθογόνα μπορεί να συμβεί πριν ή μετά τη συγκομιδή και αφού έχει μολυνθεί, είναι δύσκολο να απομολυνθεί και αποστειρωθεί. Αυτό το πρόβλημα περιπλέκεται περαιτέρω σε περιπτώσεις όταν τα βακτήρια εισβάλλουν στους αγγειακούς ιστούς και τα συστήματα των φυτών, επειδή αυτά προστατεύονται από την επίδραση των συμβατικών επεξεργασιών για την απολύμανση της επιφάνειας του φυτού. Τέτοιες επεξεργασίες απομόλυνσης μειώνουν το συνολικό μικροβιακό φορτίο και μειώνουν τα επίπεδα ρύπανσης των επιφανειών, αλλά δεν διεισδύουν εντός του φυτικού ιστού. Η προσαρμογή των παθογόνων στο συγκεκριμένο περιβάλλον των φυτών οδηγεί στην μεγαλύτερη κατακράτηση τους στα φυτά, γεγονός που αυξάνει τις πιθανότητες μετάδοσής τους στον άνθρωπο μέσω της κατανάλωσης των τροφίμων φυτικής προέλευσης.

Αποδεικνύεται ότι πολλά είδη παθογόνων βακτηρίων έχουν αρκετά ευρύ φάσμα ξενιστών. Αυτοί οι μικροοργανισμοί που προκαλούν δισταυρούμενη λοίμωξη είναι πιο ύπουλοι από τους υπόλοιπους, οι οποίες μεταδίδονται στον άνθρωπο από την επαφή ή την κατανάλωση των φυτών. Τα ανθρώπινα παθογόνα που είναι ικανά να αποικίσουν διαφορετικά βιολογικά βασίλεια, και τα φυτά ως πιθανές δεξαμενές τους, έχουν μεγάλη σημασία για την εμφάνιση και την εξάπλωση των μολυσματικών ασθενειών.

Η διαχείριση των ασθενειών διασταυρούμενης λοίμωξης στα φυτά και τα ζώα απαιτεί περισσότερες διεπιστημονικές έρευνες και συνεργασία μεταξύ των θεσμικών οργάνων. Οι εκτιμήσεις σχετικά με τις πηγές των ασθενειών που συνδέονται με τη διατροφή είναι μια σημαντική συμβολή και μπορούν να χρησιμοποιηθούν για διάφορους σκοπούς, συμπερι-λαμβανομένου του ενημερωμένου στρατηγικού σχεδιασμού, για τη λήψη τεκμηριωμένων αποφάσεων με βάση την αξιολόγηση των κινδύνων, την αξιολόγηση των πλεονεκτημάτων των παρεμβάσεων και την εκτίμηση των επιπτώσεων από τις επεμβάσεις. Οι στρατηγικές για τη μείωση της ρύπανσης από την παραγωγή μέχρι τους καταναλωτές είναι οι πιο σημαντικές στην ημερήσια διάταξη των οργανισμών για την Ασφάλεια των Τροφίμων.

Η διάλεξη αυτή περιγράφει την καταλληλότητα των εντερικών παθογόνων του ανθρώπου να αναπτύσσονται στα φυτά και τις συνακόλουθες επιπτώσεις για την ασφάλεια των τροφίμων. Έχει δοθεί προσοχή στα θεμελιώδη ανθρώπινα παθογόνα που αποικίζουν με επιτυχία τις φυτικές τροφές. Η ανάπτυξη και η επιβίωση των εντερικών παθογόνων πάνω ή μέσα σε φυτά έχουν συζητηθεί υπό το φως της μικροβιακής οικολογίας τών φυτών. Οι πληροφορίες σχετικά με τους διάφορους παράγοντες που επηρεάζουν την επιβίωση των εντερικών παθογόνων, παρέχει μια καλή βάση για την αξιολόγηση της μολυσματικής δόσης των παθογόνων και για τη δημιουργία ενός σχεδίου για την ευαισθητοποίηση και την προστασία των τροφίμων από παθογόνους οργανισμούς.

next

Intranet